Feeds:
Άρθρα
Σχόλια

Επέτειος

 

Είχα γράψει στην πρώτη μου καταχώρηση εδώ ότι άνοιγε τότε ένα καινούργιο κεφάλαιο στη ζωή μου… Άφηνα πίσω μου κάποια πρόσωπα και καταστάσεις και προχωρούσα μπροστά… Κι έτσι έγινε… Λίγο καιρό αργότερα μια γνωριμία έγινε… Και η γνωριμία αυτή εξελίχτηκε σε κάτι περισσότερο… Στην αρχή ενθουσιασμός, το συναίσθημα αυτό που βιώνουμε όλοι μας στην αρχή μιας σχέσης… Στη συνέχεια έρωτας… Το συναίσθημα που σε κάνει να νιώθεις ικανός να κάνεις τα πάντα!!! Κι αυτό το συναίσθημα βιώνω, νιώθω μέχρι και σήμερα… Όλα αυτά ξεκίνησαν σαν σήμερα ένα χρόνο πριν… Στις 19/12/2008… Σήμερα λοιπόν κλείνουμε με τα ματάκια μου 1 χρόνο σχέσης… Μια σχέση που ωρίμασε και δυνάμωσε με τον καιρό αλλά και τις κοινές μας εμπειρίες…

Η αλήθεια είναι ότι δεν περίμενα να βρω έναν άνθρωπο, μια γυναίκα, με τέτοιο πάθος, με μια απίστευτη ικανότητα αλλά και θέληση ν’ αγαπάει αλλά κι επίσης απίστευτη κατανόηση… Κάνω μια δουλειά εξαιρετικά απαιτητική… Δεν ήταν λίγες οι φορές που ήμασταν μαζί και το μυαλό μου ήταν στη δουλειά… Δεν ήταν λίγα τα ταξίδια που με κράτησαν μακριά της… Όμως για μένα πέρα και πάνω απ’ όλα μέτρησε και μετράει η στάση της απέναντι στο κάθαρμα που έχω για παιδί… Η κατανόηση στις ανάγκες του και στο ότι θέλω να περνάω χρόνο μαζί του… Η στάση της απέναντί του…

Έτσι λοιπόν, αν και το σκεφτόμουν καιρό, ήρθε η ώρα που ένιωσα το “κλικ” μέσα μου… Και της το είπα… Της ζήτησα να γίνει γυναίκα μου… Δεν έχει σημασία το πότε και το που… Σημασία έχει ότι το θέλουμε και οι δύο…

Έτσι πια το κεφάλαιο που ανέφερα πριν φτάνει στο τέλος του… Θ’ ανοίξει ένα καινούργιο το οποίο θα το γράψουμε μαζί… Ένα κοινό κεφάλαιο στο βιβλίο της ζωής του ο καθένας… Ίσως οι πρώτες λέξεις του κεφαλαίου αυτού γράφτηκαν σήμερα… Σ’ ένα σπίτι που εδώ και καιρό το αποκαλούμε “σπίτι μας” στολίσαμε το δέντρο μας… Η συνέχεια άγνωστη φυσικά αλλά κάπου μέσα μου πιστεύω ότι θα είναι το ίδιο (ή και περισσότερο) όμορφη, γλυκιά, παθιασμένη όπως και η αρχή… Εδώ θα είμαστε άλλωστε και θα τα λέμε…

Το παραπάνω κείμενο μπορεί να φανεί κάπως επίπεδο, ίσως πεζό για μια τέτοια περίπτωση… Επίτηδες όμως γράφτηκε έτσι… Είναι πράγματα που νομίζω ότι πρέπει να τα κρατάμε για τον εαυτό μας ή για τους πολύ στενούς φίλους μας… Όπως και να ‘χει όμως είμαι με μία γυναίκα που με κάνει να νιώθω πραγματικά τυχερός που είμαι μαζί της, με μια γυναίκα που αγαπάω μ’ όλη μου την καρδιά και την ψυχή!!!

Η καρδιά μου ξεχειλίζει από την παρουσία σου Κι όμως δεν παύει να διψάει για σένα

Άπειρα πολύ πολύ!!!!

Περί Αλέξη…

staxti kai burberry

Ξεκινώντας θέλω να πω πριν και πάνω απ’ όλα συλλυπητήρια στην οικογένεια του Αλέξη Γρηγορόπουλου… Μαλακό κι ελαφρύ να είναι το χώμα που τον σκεπάζει…

Ένα χρόνο πριν, σαν σήμερα, το παιδί αυτό έχασε τη ζωή του από τη σφαίρα ενός αστυνομικού… Κι εδώ αρχίζει το θέατρο του παραλόγου… Σε πολλά blogs καταδικάσαμε τον αστυνομικό την ίδια στιγμή… Κάποιοι παρακινούσαν τον κόσμο να βγει στους δρόμους και να διαδηλώσει ενάντια στην αστυνομική βία… Οι ίδιοι έμειναν στο σαλόνι τους… Έγιναν φασαρίες, επεισόδια, κάηκαν περιουσίες, συλλήψεις που πυροδότησαν κι άλλα επεισόδια… Στη βουλή τα κόμματα μάλωσαν και διαφώνησαν… Κατηγορίες εκτοξεύτηκαν εκατέρωθεν… Αποτέλεσμα;;; Κανένα… Τιμήσαμε τη μνήμη του με τον τρόπο αυτό;;; ΟΧΙ!!! Κάναμε καλύτερη τη ζωή μας, κερδίσαμε κάτι;;; ΟΧΙ!!! Τουλάχιστον έτσι νομίζω…

Κάποιους μήνες μετά αν θυμάμαι καλά ένα άλλο νέο παιδί έχασε τη ζωή του κάπου εκεί κοντά… Το παιδί αυτό, λίγο μεγαλύτερο από τον Αλέξη, έκανε το “λάθος”, όπως και μία κοπελιά πρόσφατα, να φοράει στολή αστυνομικού… Κάποιοι στ’ όνομα μιας “ταξικής πάλης” θεωρούν ότι νομιμοποιούνται να σκοτώνουν αστυνομικούς… Ευτυχώς η κοπελιά ζει… Το παλικάρι εκείνο όμως όχι… Θα γίνουν ανάλογες κινητοποιήσεις την επέτειο του θανάτου του;;; ΟΧΙ!!! Γιατί;;; Γιατί ήταν μπάτσος!!! Και ως γνωστόν οι μπάτσοι δεν έχουν οικογένεια, συζύγους, παιδιά, γονείς, συγγενείς… Απλά μας προέκυψαν, φύτρωσαν…

Λυπάμαι που το λέω αλλά προσωπικά μια τέτοια κοινωνία δε μ’ εκφράζει… Τέτοιες αντιλήψεις με αρρωσταίνουν… Όπως με αηδιάζουν πολλά ακόμη τα οποία δεν είναι της παρούσης… Ωραία κοινωνία φτιάξαμε… Κατηγορούμε τα λαμόγια που λυμαίνονται το δημόσιο χρήμα αλλά ταυτόχρονα μπορεί ο οποιοσδήποτε να κάνει κατάληψη σ’ ένα δημόσιο κτίριο κι όταν συμβεί το αυτονόητο, η αστυνομία να επιχειρήσει να αναιρέσει την πράξη αυτή, πέφτουμε όλοι πάνω της και την κατηγορούμε για “αστυνομική βία”…

Δεν υπερασπίζομαι την αστυνομία… Δε λέω ότι είναι τέλεια… Αντιθέτως!!! Αλλά ας μη τα ισοπεδώνουμε όλα!!! Από αλλού ξεκίνησα κι αλλού έφτασα… Δεν τιμούμε την μνήμη των νεκρών σπάζοντας τα πάντα… Καταστρέφοντας περιουσίες… Στα μάτια μου τον αδικούμε… Βλακείες λέω… Στα μάτια μου έχουμε ακυρώσει κάθε έννοια τιμής στο νεκρό… Λυπάμαι ειλικρινά… Για την κοινωνία μας…

Age of Loneliness

 The Couple

Ο ήχος από το ξυπνητήρι την πήρε από τον κόσμο των ονείρων και την επανέφερε στην πραγματικότητα… Κοίταξε δίπλα της στο κρεβάτι και μ’ έκπληξη δεν τον είδε εκεί… Η έκπληξή της μεγάλωσε όταν τον άκουσε στην κουζίνα να μιλάει με την κόρη τους… Σηκώθηκε και κατευθύνθηκε προς το μπάνιο, μπαίνοντας είδε ότι κουβαλούσε και τα τσιγάρα της μαζί… «Γιατί το έκανα αυτό;» αναρωτήθηκε… Τ’ άφησε στην άκρη κι έκανε ένα γρήγορο μπανάκι για να ξυπνήσει για τα καλά… Το παιδί στο σχολείο, μια γρήγορη βόλτα για να πάρει δυνάμεις και πίσω σπίτι για δουλειές… Το πρόγραμμα των καθημερινών…

-«Δεν θέλω να το κάνετε αυτό!!!!!!», άκουσε την κόρη της να φωνάζει… «Περίεργο» σκέφτηκε, «ποτέ δεν αντιλέγει στον πατέρα της…». Κάπου μέσα της ένα καμπανάκι άρχισε να χτυπάει αλλά δεν του έδωσε σημασία.

-«Θα γίνει αυτό που λέω εγώ!!!» τον άκουσε ν’ απαντάει με ακόμη δυνατότερη φωνή…

Αμέσως μετά άκουσε πράγματα να σπάνε… Πιάτα, ποτήρια… Τώρα το καμπανάκι είχε αντικατασταθεί από ένα συναγερμό που ούρλιαζε εκκωφαντικά!!!! Οι φωνές υψώθηκαν, πράγματα συνέχισαν να εκσφενδονίζονται… Το βάρος που χρόνια τώρα είχε εγκατασταθεί στο στομάχι της άρχισε να φεύγει… Μάλλον να μετακομίζει… Άρχισε ν’ ανεβαίνει σιγά – σιγά προς τα πάνω… Το μεγαλύτερο μέρος του έμεινε στο στήθος της και το υπόλοιπο βολεύτηκε στο κεφάλι της… Και μετά σκάσανε και τα δύο μαζί… Ένα μεγάλο γκρίζο τριαντάφυλλο άνοιγε στην ατμόσφαιρα μπροστά στα μάτια της που είχαν μείνει ορθάνοιχτα. Τα πέταλα ξετυλίχτηκαν το ένα μετά το άλλο κι όταν έκλεισαν ξανά γύρω της, κρύβοντας για λίγο τα πάντα, σαν σκονισμένα φτερά τεράστιων άχρωμων σκόρων, το μόνο συναίσθημα που ένιωσε ήταν ευγνωμοσύνη. Το επόμενο πράγμα που κατάλαβε ήταν ότι είχε σωριαστεί στο πάτωμα… Ότι κι αν ήταν αυτό που της συνέβει ήταν απίστευτα δυνατό, δεν είχε δύναμη καλά – καλά ν’ αναπνεύσει… Η αναπνοή της έβγαινε κοφτή και δάκρυα κυλούσαν στα μάγουλά της… Οι φωνές συνεχιζότανε ανεβαίνοντας σ’ ένταση… Η φωνή, το ουρλιαχτό, απρόσμενα βγήκε από μέσα της μιας και φώλιαζε κι αυτό χρόνια εκεί…

-«ΣΤΑΜΑΤΗΣΤΕ ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!»

Οι φωνές κόπηκαν μαχαίρι… Έκλεισε με δύναμη την πόρτα και κλείδωσε… Τον άκουσε να προσπαθεί να την ανοίξει, να την διατάζει, να την απειλεί… Δεν μπήκε στον κόπο καν ν’ απαντήσει… Με χέρια που τρέμανε άναψε ένα τσιγάρο… Πόρτα που κλείνει, ησυχία… Περίμενε λίγο και βγήκε… Κανένας… Κλείδωσε τα πάντα αφήνοντας το κλειδί πίσω από την πόρτα… Πήρε το κινητό και του έστειλε μήνυμα… «Μην έρθεις», χωρίς καμιά εξήγηση… Θα ερχόταν… «Πώς έφτασα εδώ;;;;», σκέφτηκε…

(εσύ φταις, εσύ, εσύ!!!!!)

άκουσε μια φωνή να λέει μέσα της, να ψιθυρίζει στο κεφάλι της… Τρόμαξε… Από ένστικτο κοίταξε γύρω… Κανένας…

(εσύ φταις, εσύ, μόνο εσύ!!!!!)

πάλι η φωνή… Μα… Την ήξερε την φωνή αυτή… «Δεν είναι δυνατόν» σκέφτηκε… Μάλλον τρελαίνομαι… «Και γιατί φταίω μόνο εγώ;» ρώτησε… Δεν περίμενε απάντηση, ήθελε όμως να βεβαιωθεί για τη φωνή… «Μα είναι δυνατόν;;; Αντί να κοιτάξω τι θα κάνω, ψάχνω να βρω σε ποια ανήκει η φωνή μέσα μου;;;;»… Χωρίς να καταλάβει είχε ανοίξει ένα μπουκάλι ούζο κι έπινε ανάβοντας ακόμη ένα τσιγάρο…

(φταις γιατί δεν είσαι άξια να τον κρατήσεις!!!!)

«Μα… Δεν είναι δυνατόν!!! Μα… Πώς;;» σκέφτηκε… Ξαφνικά άκουσε κλειδί να μπαίνει στην πόρτα… Αντίσταση… Πείσμα… Λύσσα… Ευτυχώς η πόρτα ήταν ασφαλείας γιατί σίγουρα θα την είχε γκρεμίσει… Φωνές, απειλές… Σηκώθηκε και πήγε πάλι στο μπάνιο… Κλείδωσε, σα να χρειαζότανε… Τουλάχιστον δεν τον άκουγε τόσο έντονα…

(έχει δίκιο… θα σε πιάσει και θα σε τιμωρήσει… άνοιξέ του…)

Πάλι η φωνή… Αυτή τη φορά σιγανή, υπνωτιστική… Για κλάσματα του δευτερολέπτου πήγε να σηκωθεί αλλά δεν το έκανε… Όταν οι φωνές σταμάτησαν βγήκε πάλι, ήθελε πάγο για το ούζο… «Χριστέ μου», σκέφτηκε… «Πίνω τέτοια ώρα;»… Κάπου στην κουζίνα είδε παρατημένο ένα Zippo, κάτι της θύμισε, τον πήρε… Πίσω στο μπάνιο, κλείδωσε την πόρτα κι έκατσε κάτω… Το βλέμμα της είχε περάσει πολλές φορές από τα ξυραφάκια που υπήρχαν αφημένα εδώ κι εκεί, ένα μάλιστα της χαμογέλασε… «Καλά, μάλλον ονειρεύομαι» σκέφτηκε κι άναψε… Zippo… Φλόγα… Τίποτε… «Μπα… Φαίνεται δεν δουλεύει για όλους…». Ένιωσε την ατμόσφαιρα να βαραίνει, να συμπυκνώνεται… Κάτι κακό είχε γλιστρήσει στο δωμάτιο, κάτι που στροβιλιζόταν στην ατμόσφαιρα με δαιμονισμένη ταχύτητα σαν μαύρη σβούρα.

«Και τώρα τι κάνουμε καλή μου;» ρώτησε τον εαυτό της, αλλά απάντηση δεν πήρε, δεν περίμενε άλλωστε να πάρει… Την είχε κάνει τόσες φορές την ερώτηση αυτή στον εαυτό της που προφανώς είχε βαρεθεί να την ακούει κι απαξιούσε ν’ απαντήσει…

(ξέρεις ποιοι δρόμοι ανοίγονται μπροστά σου, ξέρεις τον σωστό, απλά είναι γαμημένα δύσκολος να τον πάρεις… μπορείς;)

μια άλλη φωνή απάντησε… «Βρε βρε… Μαζευτήκαμε πολλές και δεν έχω και το κατιτίς μου να σας τρατάρω όλους» σκέφτηκε… Ασυναίσθητα γέλασε με την σκέψη της… «Τι να τρατάρεις; Μερικές φωνές στο μυαλό σου;;; Μάλλον πρέπει να το ψάξω, να είμαι έτοιμη την άλλη φορά…»… «Και τώρα τι κάνουμε καλή μου Λάουρα; Έχεις να προτείνεις κάτι;». Μ’ έκπληξη διαπίστωσε ότι αναγνώρισε τη μία φωνή, αυτή της ενοχής μέσα της… Η παλιά της συγκάτοικος…

(Έτσι όπως τα ‘κανες ξέμπλεξέ τα μόνη σου… Εσύ φταις!)

της απάντησε η Λάουρα με κακία… Έπρεπε από κάπου να πιαστεί… Είχε αρχίσει να κυλάει επικίνδυνα στην παράνοια, στην τρέλα… Μια μικρή σανίδα λογικής πέρασε δίπλα της και την άρπαξε μ’ όλη της τη δύναμη…

Ήπιε μια γερή γουλιά και τράβηξε μια βαθιά ρουφηξιά από το τσιγάρο… Έγειρε πίσω το κεφάλι της ακουμπώντας το στο χείλος της μπανιέρας… Έκλεισε τα μάτια κι άφησε τον εαυτό της να πάει σε μέρη κι εποχές που ήταν καλά, που ένιωθε όμορφα, ένιωθε δυνατή και σίγουρη ότι θα μπορούσε να καταφέρει τα πάντα…

Έκλεισε τα μάτια και ήρθε στο μυαλό της η αράχνη από τον “Άρχοντα τον Δαχτυλιδιών”. Τριγύριζε το θύμα της με υπομονή μέχρι να το παγιδεύσει… Του επιτίθονταν κι έφευγε… Άραγε έτσι της φέρθηκε η ζωή; Αλλά είπαμε… Τότε που ήταν δυνατή, που ένιωθε ικανή να κάνει τα πάντα… Ούζο, τσιγάρο, πάμε…

Κάποια χρόνια πριν, στο χωριό ακόμη, όλα τα έβλεπε όμορφα… Πίστευε ότι μπορούσε να καταφέρει τα πάντα… Μπήκε στη ζωή της απότομα και την έκανε να πετάει από αγάπη, έρωτα και χαρά… Εκείνο το μεθυστικό συναίσθημα που μόνο ο έρωτας μπορεί να προκαλέσει σε κάποιον άνθρωπο… Βλέποντας τα πράγματα τώρα, εκείνη ήταν ίσως η καλύτερη περίοδος της σχέσης τους, η πιο ξέγνοιαστη μάλλον. Όμως, όπως κάθε τι τόσο όμορφο, πέρασε γρήγορα… Ήρθε η μετάθεσή του στην πρωτεύουσα κι εκεί αρχίσανε τα προβλήματα… Μπήκαν γονείς και συγγενείς ανάμεσα και έμπλεξε το πράγμα…

(δεν ήσουν καλή γι’ αυτόν! Δεν το ήξερες τότε, ακόμη να το καταλάβεις τώρα;)

Πάλεψε εναντίων όλων, πίστευε ότι θα τα καταφέρνανε, και τους έπεισε όλους ότι θα τα έβγαζαν περά οι δυο τους… Το ότι χρειάστηκε να πείσει και τον ίδιο δεν ήταν ότι καλύτερο… Στην πρωτεύουσα πια έστησαν το σπιτικό τους, παντρεύτηκαν και…

Επέστρεψε πίσω στο μπάνιο… Δεν ήταν λίγος ο καιρός που πέρασαν καλά μαζί… Τι έγινε, τι άλλαξε;;; Χωρίς να το καταλάβει από τότε η αράχνη άρχισε να πλέκει αργά και υπομονετικά τον ιστό της γύρω της κι αυτή δεν είχε πάρει χαμπάρι η ηλίθια!!!! Στην αρχή λόγω δουλειάς βλεπόντουσαν ελάχιστα, μετά ήρθαν το ποτό και τα χάπια… Ο καθένας για τους δικούς του λόγους είχε απομονωθεί στον κόσμο του, δεν υπήρχε πια επικοινωνία μεταξύ τους… Ακόμη θυμάται τους καυγάδες, τον καθέναν τους χαμένο στο δικό του κόσμο…

(εσύ τον απομάκρυνες… Ήθελες να δουλεύεις αντί να είσαι δίπλα στον άντρα σου όπως αρμόζει σε μία γυναίκα! Ούτε να τον κουμαντάρεις όπως όφειλες δεν ήσουν άξια!)

(σταμάτα… Δε φταίει μόνο αυτή!!! Μονός καυγάς δεν γίνεται!!! Τι θα κάνουν τώρα έχει σημασία!!!)

Όπα γλέντια… Τώρα δεν άκουγε απλώς φωνές, τώρα αυτές μαλώνανε κιόλας μέσα στο κεφάλι της… Και τώρα που το σκεφτότανε η φωνή της γυναίκας έμοιαζε σιγά – σιγά με τη φωνή της μάνας της… «Ωχχχ… Τώρα μπλέξαμε…». Η άλλη φωνή αντρική αλλά δεν μπορούσε ν’ αναγνωρίσει ποιανού ήταν… Για λίγο είχε ηρεμήσει αλλά ένοιωθε πάλι τον αέρα στο δωμάτιο να βαραίνει… Ότι κακό είχε τρυπώσει στο δωμάτιο θύμωνε πάλι, σα να ετοιμαζότανε να τη χτυπήσει, να της επιτεθεί…

Μετά ήρθε το παιδί στη ζωή τους και τα πράγματα έδειξαν, προσωρινά όπως αποδείχτηκε, να ηρεμούν… Έπεσαν και οι δύο πάνω του, μάλλον γραπώθηκαν από αυτό, και ξέχασαν

(τ’ αφήσατε στην άκρη καλή μου, τα καταχωνιάσατε σε μια γωνίτσα, ελπίζοντας ότι θα φύγουν μόνα τους)

«Σκάσε» ψιθύρισε μ’ ένα τρόπο σα να ούρλιαζε… «Ναι, βολευτήκαμε!!! Δίκιο έχεις!!! Ικανοποιήθηκες;;;» συνέχισε αλλά απάντηση δεν πήρε… Αυτή με το παιδί και τις δουλειές κι αυτός ήσυχος ότι έχει μια γυναίκα χωρίς άλλα ενδιαφέροντα πέρα από το σπίτι της και

(βέβαια, δεν άρεζε στην κυρία το σπίτι!!! Ήθελε άλλα!!! Είχε μάθει έτσι και της έλειπαν ένα πράγμα!!!)

«Σκάσε κι εσύ!!! Σκάστε όλοι σας!!!» ψιθύρισε και πάλι… Και τότε, ένα πρωινό σαν κι αυτό, είδε τον εαυτό της στον καθρέπτη και ταράχτηκε… Δεν ήταν αυτή που θυμόταν… Το έβαλε πείσμα κι έγινε πάλι ο εαυτός της… Εξωτερικά τουλάχιστον μιας και μέσα της ένιωθε μόνο ένα κενό… Άρχισε να βγαίνει και να γνωρίζει κόσμο… Το ένα έφερε το άλλο και… Έλεγε ότι θα κάλυπτε έτσι μόνο τις «ανάγκες» της αλλά δεν ήταν έτσι πλασμένη… Ερωτεύτηκε και δεν το έκρυψε… Προσπαθώντας να ισορροπήσει τα πάντα στη ζωή της, με την αγωνία που νιώθουν όσοι ζουν έτσι του το φώναξε… Αυτός… Γέλασε στα μούτρα της… Θύμωσε κι έφυγε κόβοντας κάθε γέφυρα κάνοντας όμως ταυτόχρονα ένα συνηθισμένο και ολέθριο λάθος γι’ αυτή…

(έλεγες ότι ήθελες να ξεφύγεις… Δεν το ήθελες καλή μου… Απλά έκανες τον εαυτό σου να το πιστεύει…)

(θα ‘λεγα τι ήθελε τώρα αλλά… Να μην πω!!! Σπίτι της στον άντρα έπρεπε να γυρίσει!!! Ακόμη δεν ήταν αργά… Τώρα είναι!!!)

Λίγο καιρό μετά, ενώ είχαν καιρό να επικοινωνήσουν, έψαξε να δει αν την αναζήτησε. Ίσως από αυταρέσκεια, να δει αν του έλειψε. Δεν την αναζήτησε μόνο, τη βρήκε κιόλας και τότε άρχισαν όλα από την αρχή με τους δικούς του όρους… Ήταν υποχείριό του, παιχνιδάκι του… Την εκνεύριζε αλλά ίσως της άρεσε κιόλας… Κι αυτή με τη σειρά της βρήκε άλλα «παιχνιδάκια» για να εκδικηθεί… Ένας φαύλος κύκλος… Αυτός έπαιζε με το μυαλό της κι αυτή με τα μυαλά άλλων… Μόνο που αυτός έπαιζε το παιχνίδι πολύ καλύτερα και πάνω απ’ όλα χωρίς ηθικούς ενδοιασμούς, ενώ αυτή…

Το κακό επιτέθηκε… Χωρίς οίκτο κι έλεος… Πάλι ένοιωσε να χάνει τον κόσμο κάτω από τα πόδια της, από γύρω της… Τα δάκρια ανέβλυσαν από τα μάτια της ποτάμια. Είχε κλάψει ξανά στο παρελθόν, ποτέ όμως έτσι… Έκλαιγε όχι για ένα καυγά, για μία πράξη, για κάποια πικρά λόγια… Έκλαιγε για τη ζωή της την ίδια… Κάθε δευτερόλεπτο που περνούσε ένοιωθε να βυθίζεται, να πέφτει σ’ ένα πηγάδι χωρίς πάτο, χωρίς τέλος…

(δεν ωφελεί γλυκιά μου… Ότι έγινε, έγινε… Το μέλλον μετράει τώρα… Κλάψε για το παρελθόν αν θέλεις αλλά κοίτα το μέλλον… Βρες τι θέλεις και πάλεψε γι’ αυτό!!!)

(να βρει τι θέλει;;; Δεν υπάρχει κάτι να βρει, δεν υπάρχει άλλη λύση!!! Ξέρει ποιο είναι το σωστό!!! Αυτό θα κάνει!!! Τέλος!!!)

Όσο περνούσε η ώρα έπεφτε… Στροβιλιζόταν, στριφογυρνούσε χωρίς να βλέπει τίποτε γύρω της… Άκουγε φωνές, καυγάδες, αναστεναγμούς… Το κακό γελούσε χαιρέκακα, η αράχνη τελείωνε τον ιστό της, ένα κουκούλι που την τύλιγε ολοένα και πιο ασφυκτικά… Είδε το έδαφος, τον πάτο του πηγαδιού, να ‘ρχεται πάνω της κι ανακουφίστηκε… «Επιτέλους τελειώνει» σκέφτηκε… Όμως αυτό σα ν’ άνοιξε και να έπεσε μέσα, η πτώση συνεχίστηκε…

(κάποτε σου άφηνα πράγματα για να παίξουμε μαζί μετά… Χαίρομαι που άφησα και κάτι μέσα σου για να παίζω πραγματικά και με το μυαλό σου…)

Όλα εξαφανίστηκαν γύρω της, βρέθηκε πάλι στο μπάνιο… Τα δάκρια σταμάτησαν, η τρικυμία μέσα της συνεχίστηκε αλλά ένιωθε διαφορετικά… Η αράχνη κοντοστάθηκε ξαφνιασμένη, είδε το κουκούλι της να χαλαρώνει… Το κακό μαζεύτηκε σαστισμένο… Κάτι είχε αλλάξει… Η φωνή σα να την έφερε πάλι στα συγκαλά της… Ήξερε ποιανού ήταν… Όχι, δεν θα τον άφηνε να παίξει άλλο μαζί της, κανέναν δεν θ’ άφηνε… Το παιχνίδι άλλαζε όρους, έμπαιναν οι δικοί της όροι τώρα…

Η διάθεσή της άλλαξε, τώρα ένοιωθε ότι ήξερε τι πρέπει να κάνει… Μια αίσθηση αποφασιστικότητας τη γέμισε… «Μετά από πολύ καιρό ήρθε η ώρα μου πάλι, να ορίσω εγώ τις εξελίξεις, κανένας άλλος!!!» σκέφτηκε

(ποιες εξελίξεις;;; Τι να ορίσεις;;; Εσύ ούτε το σπίτι σου δεν μπορείς να ορίσεις!!! Άντε σύνελθε γιατί χειρότερα χάλια θα τα κάνεις!!!)

«Σκάσε» σκέφτηκε αλλά αυτή τη φορά όχι με απελπισία όπως τις άλλες φορές… H φωνή της είχε ένα τόνο επιτακτικό που δε σήκωνε αντιρρήσεις… Η φωνή μέσα της κάτι πήγε να πει αλλά την έπνιξε, δεν την άφησε να μιλήσει… Έπλυνε το πρόσωπό της με κρύο νερό κι έβρεξε τα μαλλιά της για συνέλθει… Βγήκε από το μπάνιο, έχυσε το υπόλοιπο ούζο κι έφτιαξε ένα καφέ… Είχε πιεί αρκετά αλλά το κεφάλι της ήταν καθαρό… Πήρε τον καφέ και τα τσιγάρα της και βγήκε στο μπαλκόνι για να ηρεμήσει… Ο ήλιος της χάιδεψε το κορμί και για πρώτη φορά μετά από καιρό ένοιωσε τόσο ήρεμη… Έκλεισε τα μάτια κι άφησε το μυαλό της να δουλέψει…

(ήρεμα καλή μου… Χωρίς βιασύνες, υστερίες, εξάρσεις… Αποφασιστικά σ’ αυτό που νομίζεις ότι είναι καλύτερο για όλους σας!!!)

«Άσε με κι εσύ σε παρακαλώ… Μόνη μου θα το κάνω…» είπε πιο ήρεμα αυτή τη φορά. Άρχισε να σκέφτεται τις επόμενες κινήσεις της… Ήξερε τι ήθελε, έμενε να το κάνει πραγματικότητα πια… «Άσχημο πράγμα να κρύβεις τα προβλήματα κάτω από το χαλί, έχουν την άσχημη συνήθεια να μένουν εκεί και να μεγαλώνουν…» φιλοσόφησε μ’ ένα ειρωνικό χαμόγελο στα χείλια της… «Ποτέ ξανά το ίδιο λάθος»… «Ποτέ!!!»

«Ώρα να κάνω τις πρώτες κινήσεις μου»… Πήρε το δεύτερο κινητό της και σημείωσε όλες τις επαφές που ήθελε να κρατήσει… Έγραψε ένα μήνυμα το οποίο το έστειλε σχεδόν σε όλες τις επαφές γνωστοποιώντας ότι θα απενεργοποιούσε μόνιμα τον αριθμό… Το έστειλε κι έκλεισε το κινητό. Έβγαλε την κάρτα SIM και την έσπασε σε κομμάτια πετώντας την στα σκουπίδια μαζί με το κινητό. Σειρά είχε ο υπολογιστής… Τον άνοιξε και συνδέθηκε στο internet… Μπήκε σε όσους λογαριασμούς διατηρούσε σε site κοινωνικής δικτύωσης και τους διέγραψε όλους… Κάθε φορά που επιβεβαίωνε τη διαγραφή ένιωθε ένα βάρος να φεύγει από πάνω της… Έμενε το blog της και το MSN… Εδώ δεν ήθελε να τα διαγράψει όλα… Το blog της το είχε σαν ένα είδος ημερολόγιου κι έπαιζε μεγάλο ρόλο στη ζωή της, απλά έπρεπε ν’ αλλάξει κάποια πράγματα…

Σειρά είχε τώρα το MSN, κοντά 200 επαφές, παραήταν πολλές… Έσβησε τη συντριπτική πλειοψηφία κρατώντας μόνο αυτές των πραγματικών της φίλων… Κράτησε το blog της τελευταίο, παιδεύτηκε λίγο με τις ρυθμίσεις και τελικά το έφτασε στο σημείο που ήθελε… Τελείωσε κι αυτό… Μια απόφαση ήταν και σε λίγη ώρα είχε αφήσει ένα ολόκληρο κομμάτι το παρελθόντος της πίσω… Άνοιγε ένα καινούργιο κεφάλαιο…

Ξαφνικά ένιωσε να κρυώνει, χωρίς κάποιο προφανή λόγο… Ένα άσχημο προαίσθημα την κυρίεψε… Ο ήχος του κινητού της την έκανε να πεταχτεί ξαφνιασμένη… Ακουγότανε θυμωμένο… Το σήκωσε ξέροντας ποιος είναι, οι φωνές του ακουγότανε σαν να ερχότανε από την κόλαση, ήταν έξαλλος… Του ζήτησε να πάρει το παιδί και να το πάει στη γιαγιά του, να ηρεμήσει και να έρθει να μιλήσουν… Αυτό δεν τον ηρέμησε καθόλου, το αντίθετο μάλιστα… Αδιαφορώντας για τις συνέπειες του έκλεισε το τηλέφωνο… Η αράχνη αναθάρρησε κι άρχισε να επιθεωρεί το κουκούλι της για να διορθώσει τις ζημιές… Το κακό μάζεψε τις δυνάμεις του έτοιμο να εξαπολύσει την τελειωτική του επίθεση… Ήταν έτοιμη όμως αυτή τη φορά, άλλωστε ήξερε ότι δεν θα ήταν καθόλου εύκολο…

Μπροστά στο παράθυρο άναψε τσιγάρο. Μετά από πολύ καιρό ένιωσε την ανάγκη να μείνει μόνη με τον εαυτό της. Τη φοβίζει η μοναξιά. Ωστόσο είναι το μόνο της καταφύγιο όταν θέλει να ξεφύγει από όλους κι από όλα. Να κλείνει κινητά, μάτια, αυτιά και να μην υπάρχει τίποτα και κανένας γύρω της. Τις νύχτες πάντα της άρεσε να βγαίνει στο μπαλκόνι και να κοιτάζει το φεγγάρι. Μισεί τον εαυτό της όταν γίνεται ρομαντική. Μισεί τον εαυτό της όταν επιτρέπει σε ανθρώπους και καταστάσεις να σπάνε τα σκληρά τείχη που προσπαθεί να χτίσει γύρω της για μην πληγώνεται. Μισεί τον εαυτό της όταν νιώθει νικημένη από τις αδυναμίες της. Ένα παράπονο που έχει από τον εαυτό της είναι ότι ποτέ δεν ενέργησε με τη λογική. Πάντα το αναθεματισμένο το συναίσθημα έμπαινε πάνω από τη λογική. Και τι κατάλαβε; Πλήγωσε. Και πληγώθηκε στο πολλαπλάσιο. Έχει μάθει να είναι σκληρή πια. Έχει τα πάντα. Κι όμως νιώθει ένα κενό. Νιώθει πως κάτι της λείπει. Κι είναι φριχτό αυτό το συναίσθημα. Είναι φριχτό να νιώθεις μισός άνθρωπος. Όχι, δεν θέλει να σκέφτεται τίποτα πια. Όχι, δεν θέλει να θυμάται τίποτα πια. Δεν θέλει να ελπίζει, να ονειρεύεται, να πιστεύει, να ακούει υποσχέσεις. Έχει κουραστεί. Απόψε νιώθει μετά από 1 χρόνο. Απέραντο κενό..

Θάνατος είναι η μοναξιά των ανθρώπων που αγαπήθηκαν,
η καταχνιά που τους τυλίγει και που καμιά τρυφερή λέξη δεν μπορεί
να τη διαπεράσει.
Θάνατος είναι ο πόνος και η απόγνωση μέσα στις ίδιες εκείνες λέξεις
που ήταν η μέθη της ευτυχίας.
Θάνατος είναι τα δάκρυα που αναβλύζουν στο άκουσμα μιας λέξης
που σήμαινε αγάπη.

Στη μούσα μου

62 (2)

Άλικο λουλούδι

orange-sword-by-ruth-palmer

Χρόνια σχεδίαζε αυτό το ταξίδι στο μαγευτικό αυτό υδροβιότοπο.  Αν και τεχνοκράτης είχε σαν από πάντα τη πεποίθηση ότι σ’ αυτό το μέρος η φύση θα τον απορροφούσε.  Το δέλτα του ποταμού που χώριζε τις δυο χώρες  ήταν κατάμεστο από κάθε λογής αποδημητικό του ουρανού… Όμως το πρώτο που μαγνήτισε το βλέμμα του ήταν δυο κοπάδια φλαμέγκο που ξεκουράζονταν στις όχθες λίγο πριν συνεχίσουν το κουραστικό τους ταξίδι για το Βορρά.  Σχεδόν ταυτόχρονα ένιωσε την ανάγκη να βουλιάξει μέσα στο ποτάμι, να γίνει ένα μαζί του και να φτάσει στην απέναντι όχθη που βρίσκονταν τα φλαμέγκο.  Έσκυψε και πήρε λίγο λάσπη από το έδαφος και μουτζούρωσε το πρόσωπο του.  Ύστερα, κράτησε την ανάσα του και βούτηξε στα νερά που είχα από ώρα πάρει ένα σκούρο πορτοκαλοπράσινο χρώμα… Λίγο από το ηλιοβασίλεμα λίγο από το βάθος του ποταμού… Με αργές απλωτές άρχισε να πλησιάζει την απέναντι όχθη όταν άκουσε στο βάθος νταούλια και τζουρνάδες και κάτι σαν πίπιζες να ωρύονται σε ξέφρενους ρυθμούς. 

Σκέφτηκε για λίγο πόσο πολύ ρισκάριζε μ αυτό που έκανε, όμως σαν κάποιο χέρι να τον έσπρωχνε να ακολουθήσει το πεπρωμένο του.  Έσφιξε το χέρι κάτω από τη μασχάλη και βεβαιώθηκε ότι δεν ήταν μόνος σε περίπτωση που…

Ξαφνικά ένα ζευγάρι φλαμέγκο αντιλήφθηκαν την παρουσία του και πέταξαν λίγο πιο πέρα δημιουργώντας μια μικρή αναταραχή και κάνοντας την καρδιά του να σκιρτήσει στους ξέφρενους και εκκωφαντικούς ρυθμούς της μουσικής από την αντίπερα όχθη.

Συνέχισε όμως… Σχεδόν σίγουρος… Σήκωσε το χέρι, ένιωσε το μούδιασμα και μετά το κάψιμο και σε κλάσματα είδε το νερό γύρω του να βάφεται κόκκινο πηχτό… Σαν από αίμα…

Πετάχτηκε αλαφιασμένος στον ύπνο του, κάθιδρος… Πρέπει να φώναζε γιατί είδε τα μάτια της, βαθιά μπλε, να τον κοιτάνε… Χωρίς να μιλήσει τον πήρε στην αγκαλιά της… Ένιωσε αμέσως μια σταλίτσα καλύτερα… Ένα δάκρυ αυλάκωσε το μάγουλό του κι έσταξε πάνω της… Τον έσφιξε ακόμη περισσότερο στην αγκαλιά της… Ήθελε ν’ αφεθεί, να την αφήσει να τον θεραπεύσει, ν’ αφεθεί ν’ αφήσει τις πληγές του να κλείσουν… Φοβόταν όμως… Είχε το δικαίωμα να της το φορτώσει; Είχε το δικαίωμα να πληγώσει ενδεχομένως τον εαυτό του και πάλι;

Όπως κάθε άρρεν  Έλληνας υπήκοος έτσι κι αυτός κλήθηκε να υπηρετήσει τη μαμά πατρίδα. Δεν ήταν το καλύτερό του αλλά δεν μπορούσε να το αποφύγει, οπότε… Κάθε αρχή και δύσκολη, πόσο μάλλον σ’ ένα περιβάλλον μόνο με άντρες επί μέρες… Προσθέστε σ’ αυτό και μερικούς να σου φωνάζουν για ψήλου πήδημα… Ε, ένα τραλαλά το παθαίνεις… Αφού το ξεπέρασε προσαρμόστηκε, όπως και οι περισσότεροι, στην καθημερινή ρουτίνα… Πρώτη μετάθεση λίγο κάτω από την πινέζα… Μετά από 22 ώρες ταξίδι με το τραίνο, στο σταθμό τους περίμεναν αργά το βράδυ τα ΡΕΟ για να τους μεταφέρουν στο στρατόπεδο… Το πρώτο σοκ… Σχεδόν ολόκληρη η διαδρομή στο απόλυτο σκοτάδι… Εκεί πραγματικά είπε από μέσα του: «Πού είμαι; Πού ήρθα εδώ;»… Οι παλιοί δε βοήθησαν καθόλου με φωνές, καψώνια και πλάκες… Κι εδώ όμως προσαρμόστηκε… Όλα άλλαξαν, άσχετα που το κατάλαβε πολύ αργότερα, στην απόσπασή του για εκπαίδευση Υπαξιωματικού… Μια ηλιόλουστη μέρα του Φλεβάρη στην πρώτη τους βολή εκεί… Είχε ξανακάνει κι άλλες στο παρελθόν χωρίς κάποια σημαντική επιτυχία… Ξάπλωσε στη σωστή θέση κι ακούμπησε το κοντάκι του G3 στον ώμο του… Ένιωσε ένα μούδιασμα, μια ανατριχίλα, να ξεκινάει από τον ώμο του και ν’ απλώνεται σ’ όλο του το κορμί και μετά να υποχωρεί ξανά όπως απλώθηκε… Κράτησε δευτερόλεπτα αλλά του φάνηκε πολύ περισσότερο… Όταν τελείωσε ένιωσε ότι το όπλο ήταν μέρος του κορμιού του, όπως τα χέρια του… Σημάδεψε και πυροβόλησε… Στην αρχή με κανονικό ρυθμό, στις τελευταίες βολές πολύ γρηγορότερα… Δεν χρειαζόταν κάποιον να του πει τι έκανε… Η πρώτη ελάχιστα έξω από το κέντρο, όλες οι άλλες κέντρο… Αργότερα έμαθε ότι ο διοικητής, που σπάνια πήγαινε σε βολές, αλλά σ’ αυτή είχε πάει, ζήτησε τ’ όνομά του… Όλες οι υπόλοιπες βολές ήταν ανάλογες ανεξάρτητα της απόστασης… Μόνο με περίστροφο δεν είχε την ίδια επιτυχία… Επιστρέφοντας από την εκπαίδευση μια μετάθεση για τις Ειδικές Δυνάμεις τον περίμενε…

Εκεί πια τα πράγματα ήταν διαφορετικά… Εδώ η εκπαίδευση είχε ένα και μόνο συγκεκριμένο σκοπό, να μάθει να σκοτώνει… Μια καραμπίνα Armalight για κοντινές αποστάσεις και μία Magnum για μακρινές έγιναν οι καλύτεροί του φίλοι… Στίβος μάχης, βολές, νυχτερινή εκπαίδευση, σκαρφάλωμα σε βράχους και δέντρα ήταν η καθημερινότητά του… Έτσι πέρασαν κοντά 2 μήνες… Μετά μια μετάθεση σ’ ένα τάγμα – φάντασμα, από εκείνα που έχουν όλες οι χώρες για τις βρώμικες δουλειές, άσχετα που καμία δεν το παραδέχεται… Μέλος μιας ιδιότυπης ελίτ, the best of the best, που λένε και οι «φίλοι μας» οι Αμερικάνοι… Οι καλύτεροι, τους οποίους όμως κανένας δεν θα τους αναζητήσει αν κάτι πάει στραβά… Οι καλύτεροι, οι γονείς των οποίων θα μάθουν ότι σκοτώθηκαν σε κάποιο «ατύχημα» αν κάτι πάει στραβά… Οι καλύτεροι σ’ ένα τομέα που το ν’ ανήκεις στους καλύτερους δεν είναι ακριβώς τίτλος τιμής…

Η καλοκαιρινή νύχτα ήταν δροσερή… Ιδανική για ποτό έξω ή για ρομαντικές στιγμές με το έτερον ήμισυ… Για τους 5 άντρες όμως τα πράγματα ήταν εντελώς διαφορετικά… Κινούνταν σε σχήμα ρόμβου αθόρυβα μέσα στο σκοτεινό δάσος… Οι 4 σχημάτιζαν τον ρόμβο έχοντας στο κέντρο τον πέμπτο, σαν να τον προστάτευαν… Κι αυτό άλλωστε έκαναν… Ο άντρας που βρισκόταν στην κορυφή του ρόμβου ήταν λίγο πιο μπροστά έχοντας το ρόλο του ανιχνευτή… Ο άντρας στο κέντρο είχε στην πλάτη του κρεμασμένη μία μακρύκανη καραμπίνα προχωρούσε κι αυτός προσεκτικά, το μυαλό του όμως ήταν γεμάτο σκέψεις κι ενδοιασμούς γι’ αυτό που επρόκειτο να κάνει… Ξαφνικά ο πρώτος άντρας πάγωσε στη θέση του και ταυτόχρονα μέσω της ενδοεπικοινωνίας ειδοποίησε και τους υπόλοιπους να κάνουν το ίδιο… Λίγο μετά ένας ακόμη άντρας έφυγε από τη θέση του και πλησίασε τον πρώτο… Είχαν φτάσει στον προορισμό τους και το τελευταίο εμπόδιο ήταν δύο φρουροί που καθόταν νωχελικά θεωρώντας ότι δεν υπήρχε λόγος ανησυχίας… Αυτό ήταν και το τελευταίο λάθος της ζωής τους… Βγήκαν από τη μέση αθόρυβα και χωρίς χρονοτριβή… Το σήμα ότι ο δρόμος ήταν ελεύθερος δόθηκε κι όλοι πήραν τις θέσεις τους… Είχαν φτάσει σ’ ένα ξέφωτο το οποίο βρισκόταν λίγο ψηλότερα από ένα σύμπλεγμα κτιρίων που βρισκόταν σε μία απόσταση περίπου 500 μέτρων… Ήταν κατάφωτο, μια συγκέντρωση λάμβανε χώρα μ’ έναν άντρα να εκφωνεί λόγο σ’ ένα μικρό πλήθος ανθρώπων… Αυτός ήταν ο στόχος… Ο άντρας με την καραμπίνα πήρε θέση στην άκρη από το ξέφωτο με τους υπόλοιπους άντρες να παίρνουν θέση γύρω του συνεχίζοντας να τον προστατεύουν… Ο άντρας ξάπλωσε μπρούμυτα στο έδαφος κι έστησε την καραμπίνα στο δίποδο, έβαλε την διόπτρα νυκτός στη θέση της κι αφού εκτίμησε τη φορά και την ένταση του ανέμου έκανε τις απαραίτητες ρυθμίσεις πάνω της… Πήρε θέση όσο πιο άνετα μπορούσε, στερέωσε το κοντάκι του όπλου στον αριστερό του ώμο και κοίταξε μέσα από τη διόπτρα… Βρήκε τον άντρα κι άρχισε να παρακολουθεί τις κινήσεις του… Είχε δει πολλές ομιλίες του πίσω στην πατρίδα και ήξερε ότι ανά τακτά χρονικά διαστήματα σταματούσε να κινείται και να μιλάει σα να ήθελε να δώσει χρόνο στο κοινό του να χωνέψει τα λεγόμενά του… Είχε ήδη ζητήσει άδεια από τη βάση και είχε πάρει το πράσινο φως να συνεχίσει… Ο στόχος σταμάτησε για λίγο όπως συνήθιζε αλλά ο άντρας δεν άρπαξε την ευκαιρία να τραβήξει τη σκανδάλη… Μια μάχη γινόταν μέσα του, η συνείδησή του εναντίον της εκπαίδευσής του… Η μάχη ήταν σύντομη και κρίθηκε τη στιγμή που ο στόχος σταμάτησε και πάλι να μιλάει και να κινείται… Το μέτωπό του όλη αυτή την ώρα βρισκόταν στο κέντρο από το σταυρόνημα της διόπτρας… Πήρε μια βαθιά ανάσα, έβγαλε τα 2/3 της ώστε τα πνευμόνια του να μη προκαλούν δονήσεις στο κορμί του και τράβηξε τη σκανδάλη… Το βλήμα βγήκε με ταχύτητα από την κάνη… Η ειδική γόμωση της σφαίρας και το πέραν του συνηθισμένου μήκος της κάνης έδωσε επιπλέον ταχύτητα στο βλήμα αντισταθμίζοντας την απώλεια ισχύος που προκαλούσε η ύπαρξη σιγαστήρα για ευνόητους λόγους… Το βλήμα διήνυσε την απόσταση σε κλάσματα του δευτερολέπτου και καρφώθηκε στο μέτωπο του στόχου… Άνοιξε μια μικρή τρύπα αλλά στην έξοδό της τα πράγματα ήταν διαφορετικά… Ένα άλικο λουλούδι σχηματίστηκε πίσω από το κεφάλι του στόχου αποτελούμενο από τρίχες, κόκκαλα, ιστούς κι εγκέφαλο… Τη στιγμή εκείνη έγιναν δύο πράγματα… Ένοιωσε κάτι να σπάει μέσα του, εκείνη τη στιγμή άλλαξε για πάντα… Ταυτόχρονα δούλεψε μέσα του η εκπαίδευση… Μάζεψε τα πράγματά του σε δευτερόλεπτα και πήραν όλοι τον δρόμο της επιστροφής… Πέρασαν τα υδάτινα σύνορα χωρίς προβλήματα, τους μάζεψαν με τζιπάκια και με C130 επέστρεψαν στη βάση τους… Μετά την συνάντησή του την επομένη με ψυχολόγο υπέβαλε την παραίτησή του από τις Ειδικές Δυνάμεις… Πέρασε την υπόλοιπη θητεία του σε μονάδα ανεπιθύμητων και πήρε το απολυτήριό του χωρίς ιδιαίτερα προβλήματα… Όμως αυτό που είχε σπάσει μέσα του θα έπαιρνε πολύ καιρό να θεραπευτεί, αν αυτό γινόταν ποτέ…

Υ.Γ.1 Σ’ ευχαριστώ Αγγελική μου…

Υ.Γ.2 Φανταστική ή όχι από μέρους μου, η ιστορία έχει συμβεί… Κάπως έτσι ή ακριβώς έτσι… Τέτοιες ομάδες και τέτοιοι άνθρωποι υπάρχουν σε κάθε χώρα του κόσμου και κάνουν την ίδια δουλειά… Μυστικοί, κρυφοί πόλεμοι λαμβάνουν χώρα καθημερινά και καθορίζουν τις μοίρες μας περισσότερο από τους μεγάλους με τηλεοπτική κάλυψη πολέμους… Πάντα έτσι ήταν κι έτσι θα είναι… Πάντα οι Assassins θα καθορίζουν τις μοίρες μας…

Λήθη

stiks

Το σπίτι ήταν χτισμένο στην πλαγιά του βουνού, καμιά 200αρια μέτρα από την ακτή. Επειδή η κλίση της πλαγιάς ήταν απότομη, είχε μια υπέροχη θέα της θάλασσας. Είχε χτίσει το σπίτι αυτό χωρίς να το ξέρει κανείς, ούτε η γυναίκα του. Για την ακρίβεια το είχε ανακαινίσει, ήταν κληρονομιά από την πλευρά του πατέρα του. Επειδή ήξερε πριν από τον περισσότερο κόσμο τι επρόκειτο να συμβεί, η τοποθεσία τον βόλευε μιας και είχε την καλύτερη δυνατή θέα. Σαν κατασκευή το σπίτι δεν ήταν ιδιαίτερα μεγάλο, εκείνο που τον ενδιέφερε κυρίως ήταν η θέα που θα είχε. Ζούσε στο σπίτι μόνος του εδώ και 6 μήνες περίπου. Στο χρονικό αυτό διάστημα δεν είχε μιλήσει με άνθρωπο, τουλάχιστον όχι πρόσωπο με πρόσωπο. Όταν ήθελε να μιλήσει σε κάποιον, το έκανε μέσω του Internet. Είχε προσπαθήσει να την βρει μέσω του δικτύου, αλλά δεν τα είχε καταφέρει. Απ’ ότι φαίνεται, θα πέθαινε χωρίς να της μιλήσει για μία τελευταία φορά.

Καθόταν εδώ και ώρες στη βεράντα του σπιτιού πίνοντας, καπνίζοντας και ακούγοντας μουσική. Είχε κάνει σταδιακά τις προμήθειές του σε όλα όσα του ήταν απαραίτητα. Περνούσε τις τελευταίες ημέρες (ώρες πια) της ζωής του ακούγοντας ξανά και ξανά τα τραγούδια που είχαν σημαδέψει τη ζωή του. ‘Say you, say me’ του Lionel Ritchie, το τραγούδι που του θύμιζε τον πρώτο μεγάλο του έρωτα. ‘Paradise city’ των Guns and Roses, το τραγούδι που άκουγε τα πιο τρελά χρόνια της ζωής του, όταν ήταν φοιτητής. ‘Groovy kind of love’ του Phil Collins και ‘Who wants to live for ever’ των Queen που ήταν τα κομμάτια που του θύμιζαν τη “σχέση” του μαζί της. Δίπλα υπήρχε ένα μεγάλο τραπέζι πάνω στο οποίο είχε όλα όσα χρειαζότανε. Αυτό που κυριαρχούσε ήταν ο Η/Υ. Δούλευε εδώ και 6 μήνες χωρίς διακοπή. Είχε δορυφορική σύνδεση με το δίκτυο, οπότε δεν εξαρτιόταν από τους επίγειους σταθμούς για να λαμβάνει τις πληροφορίες. Στην οθόνη του υπολογιστή εμφανίζονταν συνέχεια καινούργια μηνύματα. Όλα είχαν το ίδιο θέμα, την μεγάλη καταστροφή που έρχονταν. Είχε πάψει εδώ και καιρό να δίνει σημασία στο περιεχόμενο των μηνυμάτων. Όσο περνούσε ο καιρός και πλησίαζε η ώρα της καταστροφής, το περιεχόμενο των μηνυμάτων γινόταν όλο και περισσότερο τρελό και ασυνάρτητο. Το μόνο που έκανε πια με τον υπολογιστή, ήταν να μπαίνει στο Hotmail και να ελέγχει δύο διευθύνσεις. Την δική του μήπως έπαιρνε κάποια απάντησή της και την δική της διεύθυνση για να δει αν είχε διαβάσει το τελευταίο μήνυμά του. Στο μήνυμά του ανέφερε και τον αριθμό του κινητού του (κι αυτό δορυφορικό, Iridium) έτσι ώστε αν ήθελε να τον έπαιρνε τηλέφωνο. Τώρα πια όμως είχε πάψει να ελπίζει. Δεν έμεναν παρά μερικές ώρες μέχρι το τέλος, δεν θα είχε μυαλό για να τον πάρει τηλέφωνο. Θα είχε να φροντίσει την οικογένειά της, αν είχε. Το δεύτερο που θα πρόσεχε κανείς πάνω στο τραπέζι θα ήταν τα δύο όπλα. Μία καραμπίνα Magnum, από αυτές που όπλιζαν κάτω από την κάνη και ένα περίστροφο Μπερέτα των 9 χιλιοστών. Δεν περίμενε κάποια επίσκεψη από άτομα που θα ήθελαν να του κάνουν κακό, αλλά ποτέ δεν μπορείς να ξέρεις. Ανάμεσα σ’ όλα τα άλλα υπήρχαν και δύο φωτογραφίες. Η μία ήταν της οικογένειάς του και η άλλη φυσικά δικιά της. Τα υπόλοιπα πράγματα ήταν ένα μπουκάλι Glenmorangie (το καλύτερο ίσως ουίσκι στον κόσμο) και τα τσιγάρα του.

Καμιά φορά θαύμαζε στην κυριολεξία τον Θεό για το χιούμορ του. Το τέλος του κόσμου θα ερχόταν στις 4-6-2012. Ακριβώς 23 χρόνια πριν την είχε φιλήσει για μία και μοναδική φορά. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις ενός σχετικού site στο Internet, το παλιρροιακό κύμα θα χτυπούσε το μέρος που βρισκόταν περίπου στις 3 τα ξημερώματα. Έτσι θα είχε την ευκαιρία να ξαναζήσει τις λίγες ώρες που είχε περάσει μαζί της πριν 23 ακριβώς χρόνια. Για πρώτη φορά έμαθε για τον 12ο πλανήτη από κάποια κείμενα ενός μισότρελού Κύπριου. Του είχε πάρει περίπου 3 μήνες για να φτάσει στο ζουμί, αλλά τελικά τα κατάφερε. Η απίστευτη τότε θεωρία του είχε επιβεβαιωθεί μερικά χρόνια αργότερα, προκαλώντας ένα πανικό, που όμοιό του δεν είχε ξαναγνωρίσει ο κόσμος. Η ιστορία είχε περίπου έτσι.

Σύμφωνα με τα δεδομένα λοιπόν υπάρχει ακόμη ένας πλανήτης στο ηλιακό μας σύστημα, ο 12ος. Ο πλανήτης αυτός δεν είχε ανακαλυφθεί μέχρι τώρα γιατί η τροχιά του είναι τόσο ελλειπτική που περνάει από τα μέρη μας κάθε 3.600 χρόνια περίπου. Όταν όμως περνάει, γίνεται της πουτ@ν@ς. Η βαρύτητά του επηρεάζει σε μεγάλο βαθμό όλους τους άλλους πλανήτες. Επειδή όμως μας ενδιαφέρει περισσότερο ο δικός μας, ας δούμε τι θα συμβεί. Λόγω της μεγάλης βαρύτητας του πλανήτη, και σε συνδυασμό με τις βαρύτητες των άλλων πλανητών, οι δυνάμεις που θα ασκηθούν στη Γη θα είναι κολοσσιαίες. Αυτό θα έχει σαν αποτέλεσμα την μετακίνηση των τεκτονικών πλακών του πλανήτη (σεισμοί), την μετακίνηση των πάγων των πόλων (πλημμύρες) και την μετακίνηση του μαγνητικού άξονα της Γης (χαμός). Ο συνδυασμός των τριών αυτών γεγονότων θα έχει σαν αποτέλεσμα τη δημιουργία τεράστιων παλιρροιακών κυμάτων τα οποία θα κατέστρεφαν οτιδήποτε υπήρχε στην ξηρά. Πολλοί υποστήριζαν ότι εάν κάποιος κατέφευγε σε ένα αρκετά ψηλό βουνό ίσως να γλίτωνε, άλλοι πάλι έλεγαν όταν δεν θα γλίτωνε κανένας. Έτσι περίπου είχε η ιστορία. Έτσι λοιπόν ουσιαστικά ζούσε τις τελευταίες ώρες του πολιτισμού. Βέβαια όταν ο πλανήτης θα περνούσε, η Γη θα άρχιζε πάλι να βρίσκει την ισορροπία της. Μετά από κάποιο χρονικό διάστημα ίσως να εμφανιζόταν και πάλι ο άνθρωπος, κάποιοι επιζήσαντες ίσως, στη Γη και να δημιουργούσε έναν νέο πολιτισμό, ας ελπίσουμε διαφορετικό και καλύτερο από το δικό μας. Σε αρχαία κείμενα των Μάγια και των Σουμέριων αναφέρονταν ότι ο δικός μας πολιτισμός δεν ήταν ο πρώτος στη Γη και ότι (κατά συνέπεια) η ιστορία όπως την ξέρουμε σήμερα είναι τουλάχιστον ελλιπής, να μην πούμε σκόπιμα λειψή.

Τέλος πάντων. Αυτά δεν τον απασχολούσαν τώρα πια. Το μόνο που του έμενε να κάνει ήταν να αναπολεί τα χρόνια που πέρασαν. Ήλπιζε ότι θα μπορούσε να κάνει μία αντικειμενική κριτική στις πράξεις του και στις αποφάσεις του και να δει αν όντως τα 41 χρόνια που πέρασε στον πλανήτη αυτό άξιζαν τον κόπο.

Ουσιαστικά δεν ήταν ποτέ μαζί της… Ήταν ο ακόλουθός της, ο κρυφός της θαυμαστής, ο σκιώδης εραστής της… Μεγάλωσαν μαζί, έπαιξαν μαζί, πήγαν μαζί σχολείο, ενηλικιώθηκαν… Θυμόταν σαν και τώρα τη στιγμή που όλα άλλαξαν μέσα του… Είχαν ραντεβού να βγουν με φίλους, την περίμενε έξω από το σπίτι της… Όταν την είδε να ξεπροβάλει από την πόρτα του κόπηκε η ανάσα… Ήταν μια οπτασία… Το κορμί της, τα μαλλιά της, τα χείλια της, τα μάτια της… Εξέπεμπε ένα ερωτισμό που τον σκλάβωσε, τον μαγνήτισε… Από τη στιγμή εκείνη άρχισε το μαρτύριο… Δεν τόλμησε να της μιλήσει για το πως ένιωθε αλλά δεν άντεχε να την βλέπει να φλερτάρει… Να του μιλάει για όσους την πλησίαζαν… Σαν φίλη προς φίλο… Να του ζητάει την γνώμη του σαν άντρα… Κι εκείνος να την ακούει και να τρελαίνεται, να λιώνει… Πίστεψε ότι η λύτρωση ήρθε όταν ο πατέρας του πήρε τη δουλειά στη Σ. Αραβία, στα διυλιστήρια στην Τζέντα… Όμως δεν ήταν έτσι, δεν είχε τελειώσει… Αντίθετα… Τώρα άρχιζε το μαρτύριό του…

Νόμισε ότι θα έφευγε μακριά της, θα την ξεχνούσε… Λιγότερο από ένα μήνα μετά ήρθε κι αυτή… Μαζί με την οικογένειά της, ο πατέρας της θα δούλευε μαζί με τον δικό του… Όλοι όσοι δούλευαν στα διυλιστήρια και οι οικογένειές τους έμεναν σ’ ένα κρουαζιερόπλοιο ελλιμενισμένο στο λιμάνι της Τζέντα… Τις πρώτες μέρες τις πέρασαν μαζί, της έδειχνε τα κατατόπια που λέμε… Την μοιραία εκείνη βραδιά πήραν μερικές μπύρες (το κρασί θα ήταν πολύ φανερό) και πήγαν σ’ ένα απόμερο μέρος του καραβιού… Κάθισαν και μιλούσαν γι’ αρκετή ώρα, όταν από κάποιο φινιστρίνι μια μελωδία ξεγλίστρησε… Ένα τάνγκο, εκείνο που αργότερα ακούστηκε στο “Άρωμα γυναίκας”… Στο ασημένιο φως του φεγγαριού είδε τα μάτια της ν’ αλλάζουν, να σοβαρεύουν… Μετά άλλαξαν και πάλι… Τα κοίταξε επίμονα, έντονα, βαθιά… Ένοιωσε ότι τον κοιτούσαν διαφορετικά, ένιωσε σα να τον φιλούσε με τα μάτια της… Τότε μίλησε το ένστικτο, τα κορμιά… Έγειρε το δικό της αδιόρατο προς το μέρος του, προσπάθησε να κάνει το ίδιο… Τα χείλη τους συναντήθηκαν κι άρχισαν τη δική τους άηχη κουβέντα… Οι γλώσσες τους μίλησαν αλλά χωρίς να σχηματίζουν ήχους… Ήταν από εκείνες τις στιγμές που ο χρόνος γίνεται άχρονος… Σταματάει, παγώνει… Δυστυχώς ακολούθησε εκείνη η στιγμή που ο χρόνος κυλάει, ρέει και πάλι και το μυαλό παίρνει τον έλεγχο… Τραβήχτηκε απότομα πίσω, μακριά του… Ψιθύρισε κάποιες ανούσιες δικαιολογίες κι έφυγε…

Από την επόμενη κιόλας μέρα απομακρύνθηκε… Βλεπότανε πολύ λιγότερο και σχεδόν πάντα με παρέα… Όσες φορές προσπάθησε να της ανοίξει κουβέντα, να μάθει τί έγινε τη βραδιά εκείνη, το γιατί έφυγε, άλλαζε θέμα ή του μιλούσε με μισόλογα… Λίγο καιρό αργότερα γνωρίστηκε με κάποιον… Ο καιρός πέρασε κι αποφάσισαν να παντρευτούν… Προσπάθησε κι αυτός να φτιάξει τη ζωή του μετά απ’ αυτό… Όμως… Όμως κάθε φορά που έφτανε η στιγμή του πρώτου φιλιού εκείνος έβλεπε τα μάτια της, τα μάτια της να τον φιλάνε… Και φυσικά αυτό τα χαλούσε όλα… Έκανε το λάθος να διαλέξει αντί να ξεπεράσει το πρόβλημα να το βάλει στην άκρη, να προσπαθήσει να το “ξεχάσει”… Έκανε ένα δεσμό, παντρεύτηκε, αλλά πάντα υπήρχαν τα μάτια της… Η απαλότητα των χειλιών της… Η γεύση της… Όλα όσα του είχε πει το κορμί της, τα χέρια της που του χάιδευαν τα μαλλιά… Υπήρχε τελικά η απορία… Το γιατί που στοίχειωνε τη ζωή του…

Τελικά όσα το σκέφτονταν περισσότερο έβλεπε ότι από τη ζωή του είχε να θυμάται πολύ λίγα πράγματα. Εκείνη και ίσως μερικά καλά ξενύχτια όταν ήταν νέος. Τίποτε άλλο. Φίλους, με την πραγματική έννοια της λέξης, δεν είχε. Κάποτε είχε πάει στο γάμο ενός φίλου του κουνιάδου του. Θυμόταν το πόσο το είχε διασκεδάσει όλη η παρέα τους. Χαβαλές, πειράγματα, το καθιερωμένο ξενύχτι το προηγούμενο βράδυ. Στον δικό του το γάμο δεν υπήρχαν τέτοια. Για πολύ λίγους από τους καλεσμένους ένιωθε κάτι. Όσο καιρό είχε κρατήσει η σχέση του μαζί της δεν είχε κάποιον να του πει τι ένιωθε, τους προβληματισμούς του, τα αισθήματά του. Όχι για να τον συμβουλευτεί, αλλά για να ξαλαφρώσει κι ο ίδιος. Τελικά το συμπέρασμα ήταν ότι μάλλον τα 41 αυτά χρόνια δεν έλεγαν και πολλά πράγματα. Carpe Diem, άδραξε την ημέρα… Ζήσε τη ζωή… Δεν το έκανε κι αυτό τον βασάνιζε… Από την άλλη είχε αγαπήσει κι είχε αγαπηθεί… Αιώνια και στιγμιαία… Έχει διαφορά;;; Κι αυτό πολλοί δεν το έζησαν τόσο απόλυτα και βαθιά όσο αυτός… Ίσως τελικά να είχε αδράξει τη μέρα…

Ένιωσε τον αέρα να του χαϊδεύει το πρόσωπο. Κοίταξε την ώρα και είδε ότι είχε πάει 2:55. Το κύμα πλησίαζε. Σύμφωνα με τους υπολογισμούς των επιστημόνων θα είχε 100 μέτρα ύψος και ταχύτητα 150 χλμ. την ώρα. Από μακριά ακούγονταν ένας μουντός θόρυβος. Έρχονταν το τέλος του. Το τέλος που τόσο είχε επιθυμήσει πολλές φορές στη ζωή του. Άναψε το τελευταίο τσιγάρο της ζωής του, κατέβασε μία γερή γουλιά ουίσκι και σηκώθηκε όρθιος. Μακάρι να ήταν μέρα ώστε να μπορούσε να το δει να έρχεται. Ήλπιζε με το φως του φεγγαριού να ξεχώριζε κάποια πράγματα. Τελικά είδε περισσότερα απ’ όσα ήλπιζε. Είδε τον θάνατο να έρχεται αγκαλιά με τον Ποσειδώνα. Επιτέλους έρχονταν η λύτρωση, η λήθη. ‘Μωρό μου’ σκέφτηκε, ‘θα τα ξαναπούμε στην επόμενη ζωή μας’. Πέθανε προτού καταλάβει τι τον χτύπησε, όπως έζησε χωρίς να καταλάβει γιατί έζησε. Το τελευταίο πράγμα που πέρασε από το μυαλό ήταν η εικόνα από δύο μεγάλα, γεμάτα αγάπη μάτια, δύο μάτια που τον φιλούσαν κάποια στιγμή στη δύση της προηγούμενης χιλιετίας.

Find out the truth

Search 2012