Ο ήχος από το ξυπνητήρι την πήρε από τον κόσμο των ονείρων και την επανέφερε στην πραγματικότητα… Κοίταξε δίπλα της στο κρεβάτι και μ’ έκπληξη δεν τον είδε εκεί… Η έκπληξή της μεγάλωσε όταν τον άκουσε στην κουζίνα να μιλάει με την κόρη τους… Σηκώθηκε και κατευθύνθηκε προς το μπάνιο, μπαίνοντας είδε ότι κουβαλούσε και τα τσιγάρα της μαζί… «Γιατί το έκανα αυτό;» αναρωτήθηκε… Τ’ άφησε στην άκρη κι έκανε ένα γρήγορο μπανάκι για να ξυπνήσει για τα καλά… Το παιδί στο σχολείο, μια γρήγορη βόλτα για να πάρει δυνάμεις και πίσω σπίτι για δουλειές… Το πρόγραμμα των καθημερινών…
-«Δεν θέλω να το κάνετε αυτό!!!!!!», άκουσε την κόρη της να φωνάζει… «Περίεργο» σκέφτηκε, «ποτέ δεν αντιλέγει στον πατέρα της…». Κάπου μέσα της ένα καμπανάκι άρχισε να χτυπάει αλλά δεν του έδωσε σημασία.
-«Θα γίνει αυτό που λέω εγώ!!!» τον άκουσε ν’ απαντάει με ακόμη δυνατότερη φωνή…
Αμέσως μετά άκουσε πράγματα να σπάνε… Πιάτα, ποτήρια… Τώρα το καμπανάκι είχε αντικατασταθεί από ένα συναγερμό που ούρλιαζε εκκωφαντικά!!!! Οι φωνές υψώθηκαν, πράγματα συνέχισαν να εκσφενδονίζονται… Το βάρος που χρόνια τώρα είχε εγκατασταθεί στο στομάχι της άρχισε να φεύγει… Μάλλον να μετακομίζει… Άρχισε ν’ ανεβαίνει σιγά – σιγά προς τα πάνω… Το μεγαλύτερο μέρος του έμεινε στο στήθος της και το υπόλοιπο βολεύτηκε στο κεφάλι της… Και μετά σκάσανε και τα δύο μαζί… Ένα μεγάλο γκρίζο τριαντάφυλλο άνοιγε στην ατμόσφαιρα μπροστά στα μάτια της που είχαν μείνει ορθάνοιχτα. Τα πέταλα ξετυλίχτηκαν το ένα μετά το άλλο κι όταν έκλεισαν ξανά γύρω της, κρύβοντας για λίγο τα πάντα, σαν σκονισμένα φτερά τεράστιων άχρωμων σκόρων, το μόνο συναίσθημα που ένιωσε ήταν ευγνωμοσύνη. Το επόμενο πράγμα που κατάλαβε ήταν ότι είχε σωριαστεί στο πάτωμα… Ότι κι αν ήταν αυτό που της συνέβει ήταν απίστευτα δυνατό, δεν είχε δύναμη καλά – καλά ν’ αναπνεύσει… Η αναπνοή της έβγαινε κοφτή και δάκρυα κυλούσαν στα μάγουλά της… Οι φωνές συνεχιζότανε ανεβαίνοντας σ’ ένταση… Η φωνή, το ουρλιαχτό, απρόσμενα βγήκε από μέσα της μιας και φώλιαζε κι αυτό χρόνια εκεί…
-«ΣΤΑΜΑΤΗΣΤΕ ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!»
Οι φωνές κόπηκαν μαχαίρι… Έκλεισε με δύναμη την πόρτα και κλείδωσε… Τον άκουσε να προσπαθεί να την ανοίξει, να την διατάζει, να την απειλεί… Δεν μπήκε στον κόπο καν ν’ απαντήσει… Με χέρια που τρέμανε άναψε ένα τσιγάρο… Πόρτα που κλείνει, ησυχία… Περίμενε λίγο και βγήκε… Κανένας… Κλείδωσε τα πάντα αφήνοντας το κλειδί πίσω από την πόρτα… Πήρε το κινητό και του έστειλε μήνυμα… «Μην έρθεις», χωρίς καμιά εξήγηση… Θα ερχόταν… «Πώς έφτασα εδώ;;;;», σκέφτηκε…
(εσύ φταις, εσύ, εσύ!!!!!)
άκουσε μια φωνή να λέει μέσα της, να ψιθυρίζει στο κεφάλι της… Τρόμαξε… Από ένστικτο κοίταξε γύρω… Κανένας…
(εσύ φταις, εσύ, μόνο εσύ!!!!!)
πάλι η φωνή… Μα… Την ήξερε την φωνή αυτή… «Δεν είναι δυνατόν» σκέφτηκε… Μάλλον τρελαίνομαι… «Και γιατί φταίω μόνο εγώ;» ρώτησε… Δεν περίμενε απάντηση, ήθελε όμως να βεβαιωθεί για τη φωνή… «Μα είναι δυνατόν;;; Αντί να κοιτάξω τι θα κάνω, ψάχνω να βρω σε ποια ανήκει η φωνή μέσα μου;;;;»… Χωρίς να καταλάβει είχε ανοίξει ένα μπουκάλι ούζο κι έπινε ανάβοντας ακόμη ένα τσιγάρο…
(φταις γιατί δεν είσαι άξια να τον κρατήσεις!!!!)
«Μα… Δεν είναι δυνατόν!!! Μα… Πώς;;» σκέφτηκε… Ξαφνικά άκουσε κλειδί να μπαίνει στην πόρτα… Αντίσταση… Πείσμα… Λύσσα… Ευτυχώς η πόρτα ήταν ασφαλείας γιατί σίγουρα θα την είχε γκρεμίσει… Φωνές, απειλές… Σηκώθηκε και πήγε πάλι στο μπάνιο… Κλείδωσε, σα να χρειαζότανε… Τουλάχιστον δεν τον άκουγε τόσο έντονα…
(έχει δίκιο… θα σε πιάσει και θα σε τιμωρήσει… άνοιξέ του…)
Πάλι η φωνή… Αυτή τη φορά σιγανή, υπνωτιστική… Για κλάσματα του δευτερολέπτου πήγε να σηκωθεί αλλά δεν το έκανε… Όταν οι φωνές σταμάτησαν βγήκε πάλι, ήθελε πάγο για το ούζο… «Χριστέ μου», σκέφτηκε… «Πίνω τέτοια ώρα;»… Κάπου στην κουζίνα είδε παρατημένο ένα Zippo, κάτι της θύμισε, τον πήρε… Πίσω στο μπάνιο, κλείδωσε την πόρτα κι έκατσε κάτω… Το βλέμμα της είχε περάσει πολλές φορές από τα ξυραφάκια που υπήρχαν αφημένα εδώ κι εκεί, ένα μάλιστα της χαμογέλασε… «Καλά, μάλλον ονειρεύομαι» σκέφτηκε κι άναψε… Zippo… Φλόγα… Τίποτε… «Μπα… Φαίνεται δεν δουλεύει για όλους…». Ένιωσε την ατμόσφαιρα να βαραίνει, να συμπυκνώνεται… Κάτι κακό είχε γλιστρήσει στο δωμάτιο, κάτι που στροβιλιζόταν στην ατμόσφαιρα με δαιμονισμένη ταχύτητα σαν μαύρη σβούρα.
«Και τώρα τι κάνουμε καλή μου;» ρώτησε τον εαυτό της, αλλά απάντηση δεν πήρε, δεν περίμενε άλλωστε να πάρει… Την είχε κάνει τόσες φορές την ερώτηση αυτή στον εαυτό της που προφανώς είχε βαρεθεί να την ακούει κι απαξιούσε ν’ απαντήσει…
(ξέρεις ποιοι δρόμοι ανοίγονται μπροστά σου, ξέρεις τον σωστό, απλά είναι γαμημένα δύσκολος να τον πάρεις… μπορείς;)
μια άλλη φωνή απάντησε… «Βρε βρε… Μαζευτήκαμε πολλές και δεν έχω και το κατιτίς μου να σας τρατάρω όλους» σκέφτηκε… Ασυναίσθητα γέλασε με την σκέψη της… «Τι να τρατάρεις; Μερικές φωνές στο μυαλό σου;;; Μάλλον πρέπει να το ψάξω, να είμαι έτοιμη την άλλη φορά…»… «Και τώρα τι κάνουμε καλή μου Λάουρα; Έχεις να προτείνεις κάτι;». Μ’ έκπληξη διαπίστωσε ότι αναγνώρισε τη μία φωνή, αυτή της ενοχής μέσα της… Η παλιά της συγκάτοικος…
(Έτσι όπως τα ‘κανες ξέμπλεξέ τα μόνη σου… Εσύ φταις!)
της απάντησε η Λάουρα με κακία… Έπρεπε από κάπου να πιαστεί… Είχε αρχίσει να κυλάει επικίνδυνα στην παράνοια, στην τρέλα… Μια μικρή σανίδα λογικής πέρασε δίπλα της και την άρπαξε μ’ όλη της τη δύναμη…
Ήπιε μια γερή γουλιά και τράβηξε μια βαθιά ρουφηξιά από το τσιγάρο… Έγειρε πίσω το κεφάλι της ακουμπώντας το στο χείλος της μπανιέρας… Έκλεισε τα μάτια κι άφησε τον εαυτό της να πάει σε μέρη κι εποχές που ήταν καλά, που ένιωθε όμορφα, ένιωθε δυνατή και σίγουρη ότι θα μπορούσε να καταφέρει τα πάντα…
Έκλεισε τα μάτια και ήρθε στο μυαλό της η αράχνη από τον “Άρχοντα τον Δαχτυλιδιών”. Τριγύριζε το θύμα της με υπομονή μέχρι να το παγιδεύσει… Του επιτίθονταν κι έφευγε… Άραγε έτσι της φέρθηκε η ζωή; Αλλά είπαμε… Τότε που ήταν δυνατή, που ένιωθε ικανή να κάνει τα πάντα… Ούζο, τσιγάρο, πάμε…
Κάποια χρόνια πριν, στο χωριό ακόμη, όλα τα έβλεπε όμορφα… Πίστευε ότι μπορούσε να καταφέρει τα πάντα… Μπήκε στη ζωή της απότομα και την έκανε να πετάει από αγάπη, έρωτα και χαρά… Εκείνο το μεθυστικό συναίσθημα που μόνο ο έρωτας μπορεί να προκαλέσει σε κάποιον άνθρωπο… Βλέποντας τα πράγματα τώρα, εκείνη ήταν ίσως η καλύτερη περίοδος της σχέσης τους, η πιο ξέγνοιαστη μάλλον. Όμως, όπως κάθε τι τόσο όμορφο, πέρασε γρήγορα… Ήρθε η μετάθεσή του στην πρωτεύουσα κι εκεί αρχίσανε τα προβλήματα… Μπήκαν γονείς και συγγενείς ανάμεσα και έμπλεξε το πράγμα…
(δεν ήσουν καλή γι’ αυτόν! Δεν το ήξερες τότε, ακόμη να το καταλάβεις τώρα;)
Πάλεψε εναντίων όλων, πίστευε ότι θα τα καταφέρνανε, και τους έπεισε όλους ότι θα τα έβγαζαν περά οι δυο τους… Το ότι χρειάστηκε να πείσει και τον ίδιο δεν ήταν ότι καλύτερο… Στην πρωτεύουσα πια έστησαν το σπιτικό τους, παντρεύτηκαν και…
Επέστρεψε πίσω στο μπάνιο… Δεν ήταν λίγος ο καιρός που πέρασαν καλά μαζί… Τι έγινε, τι άλλαξε;;; Χωρίς να το καταλάβει από τότε η αράχνη άρχισε να πλέκει αργά και υπομονετικά τον ιστό της γύρω της κι αυτή δεν είχε πάρει χαμπάρι η ηλίθια!!!! Στην αρχή λόγω δουλειάς βλεπόντουσαν ελάχιστα, μετά ήρθαν το ποτό και τα χάπια… Ο καθένας για τους δικούς του λόγους είχε απομονωθεί στον κόσμο του, δεν υπήρχε πια επικοινωνία μεταξύ τους… Ακόμη θυμάται τους καυγάδες, τον καθέναν τους χαμένο στο δικό του κόσμο…
(εσύ τον απομάκρυνες… Ήθελες να δουλεύεις αντί να είσαι δίπλα στον άντρα σου όπως αρμόζει σε μία γυναίκα! Ούτε να τον κουμαντάρεις όπως όφειλες δεν ήσουν άξια!)
(σταμάτα… Δε φταίει μόνο αυτή!!! Μονός καυγάς δεν γίνεται!!! Τι θα κάνουν τώρα έχει σημασία!!!)
Όπα γλέντια… Τώρα δεν άκουγε απλώς φωνές, τώρα αυτές μαλώνανε κιόλας μέσα στο κεφάλι της… Και τώρα που το σκεφτότανε η φωνή της γυναίκας έμοιαζε σιγά – σιγά με τη φωνή της μάνας της… «Ωχχχ… Τώρα μπλέξαμε…». Η άλλη φωνή αντρική αλλά δεν μπορούσε ν’ αναγνωρίσει ποιανού ήταν… Για λίγο είχε ηρεμήσει αλλά ένοιωθε πάλι τον αέρα στο δωμάτιο να βαραίνει… Ότι κακό είχε τρυπώσει στο δωμάτιο θύμωνε πάλι, σα να ετοιμαζότανε να τη χτυπήσει, να της επιτεθεί…
Μετά ήρθε το παιδί στη ζωή τους και τα πράγματα έδειξαν, προσωρινά όπως αποδείχτηκε, να ηρεμούν… Έπεσαν και οι δύο πάνω του, μάλλον γραπώθηκαν από αυτό, και ξέχασαν
(τ’ αφήσατε στην άκρη καλή μου, τα καταχωνιάσατε σε μια γωνίτσα, ελπίζοντας ότι θα φύγουν μόνα τους)
«Σκάσε» ψιθύρισε μ’ ένα τρόπο σα να ούρλιαζε… «Ναι, βολευτήκαμε!!! Δίκιο έχεις!!! Ικανοποιήθηκες;;;» συνέχισε αλλά απάντηση δεν πήρε… Αυτή με το παιδί και τις δουλειές κι αυτός ήσυχος ότι έχει μια γυναίκα χωρίς άλλα ενδιαφέροντα πέρα από το σπίτι της και
(βέβαια, δεν άρεζε στην κυρία το σπίτι!!! Ήθελε άλλα!!! Είχε μάθει έτσι και της έλειπαν ένα πράγμα!!!)
«Σκάσε κι εσύ!!! Σκάστε όλοι σας!!!» ψιθύρισε και πάλι… Και τότε, ένα πρωινό σαν κι αυτό, είδε τον εαυτό της στον καθρέπτη και ταράχτηκε… Δεν ήταν αυτή που θυμόταν… Το έβαλε πείσμα κι έγινε πάλι ο εαυτός της… Εξωτερικά τουλάχιστον μιας και μέσα της ένιωθε μόνο ένα κενό… Άρχισε να βγαίνει και να γνωρίζει κόσμο… Το ένα έφερε το άλλο και… Έλεγε ότι θα κάλυπτε έτσι μόνο τις «ανάγκες» της αλλά δεν ήταν έτσι πλασμένη… Ερωτεύτηκε και δεν το έκρυψε… Προσπαθώντας να ισορροπήσει τα πάντα στη ζωή της, με την αγωνία που νιώθουν όσοι ζουν έτσι του το φώναξε… Αυτός… Γέλασε στα μούτρα της… Θύμωσε κι έφυγε κόβοντας κάθε γέφυρα κάνοντας όμως ταυτόχρονα ένα συνηθισμένο και ολέθριο λάθος γι’ αυτή…
(έλεγες ότι ήθελες να ξεφύγεις… Δεν το ήθελες καλή μου… Απλά έκανες τον εαυτό σου να το πιστεύει…)
(θα ‘λεγα τι ήθελε τώρα αλλά… Να μην πω!!! Σπίτι της στον άντρα έπρεπε να γυρίσει!!! Ακόμη δεν ήταν αργά… Τώρα είναι!!!)
Λίγο καιρό μετά, ενώ είχαν καιρό να επικοινωνήσουν, έψαξε να δει αν την αναζήτησε. Ίσως από αυταρέσκεια, να δει αν του έλειψε. Δεν την αναζήτησε μόνο, τη βρήκε κιόλας και τότε άρχισαν όλα από την αρχή με τους δικούς του όρους… Ήταν υποχείριό του, παιχνιδάκι του… Την εκνεύριζε αλλά ίσως της άρεσε κιόλας… Κι αυτή με τη σειρά της βρήκε άλλα «παιχνιδάκια» για να εκδικηθεί… Ένας φαύλος κύκλος… Αυτός έπαιζε με το μυαλό της κι αυτή με τα μυαλά άλλων… Μόνο που αυτός έπαιζε το παιχνίδι πολύ καλύτερα και πάνω απ’ όλα χωρίς ηθικούς ενδοιασμούς, ενώ αυτή…
Το κακό επιτέθηκε… Χωρίς οίκτο κι έλεος… Πάλι ένοιωσε να χάνει τον κόσμο κάτω από τα πόδια της, από γύρω της… Τα δάκρια ανέβλυσαν από τα μάτια της ποτάμια. Είχε κλάψει ξανά στο παρελθόν, ποτέ όμως έτσι… Έκλαιγε όχι για ένα καυγά, για μία πράξη, για κάποια πικρά λόγια… Έκλαιγε για τη ζωή της την ίδια… Κάθε δευτερόλεπτο που περνούσε ένοιωθε να βυθίζεται, να πέφτει σ’ ένα πηγάδι χωρίς πάτο, χωρίς τέλος…
(δεν ωφελεί γλυκιά μου… Ότι έγινε, έγινε… Το μέλλον μετράει τώρα… Κλάψε για το παρελθόν αν θέλεις αλλά κοίτα το μέλλον… Βρες τι θέλεις και πάλεψε γι’ αυτό!!!)
(να βρει τι θέλει;;; Δεν υπάρχει κάτι να βρει, δεν υπάρχει άλλη λύση!!! Ξέρει ποιο είναι το σωστό!!! Αυτό θα κάνει!!! Τέλος!!!)
Όσο περνούσε η ώρα έπεφτε… Στροβιλιζόταν, στριφογυρνούσε χωρίς να βλέπει τίποτε γύρω της… Άκουγε φωνές, καυγάδες, αναστεναγμούς… Το κακό γελούσε χαιρέκακα, η αράχνη τελείωνε τον ιστό της, ένα κουκούλι που την τύλιγε ολοένα και πιο ασφυκτικά… Είδε το έδαφος, τον πάτο του πηγαδιού, να ‘ρχεται πάνω της κι ανακουφίστηκε… «Επιτέλους τελειώνει» σκέφτηκε… Όμως αυτό σα ν’ άνοιξε και να έπεσε μέσα, η πτώση συνεχίστηκε…
(κάποτε σου άφηνα πράγματα για να παίξουμε μαζί μετά… Χαίρομαι που άφησα και κάτι μέσα σου για να παίζω πραγματικά και με το μυαλό σου…)
Όλα εξαφανίστηκαν γύρω της, βρέθηκε πάλι στο μπάνιο… Τα δάκρια σταμάτησαν, η τρικυμία μέσα της συνεχίστηκε αλλά ένιωθε διαφορετικά… Η αράχνη κοντοστάθηκε ξαφνιασμένη, είδε το κουκούλι της να χαλαρώνει… Το κακό μαζεύτηκε σαστισμένο… Κάτι είχε αλλάξει… Η φωνή σα να την έφερε πάλι στα συγκαλά της… Ήξερε ποιανού ήταν… Όχι, δεν θα τον άφηνε να παίξει άλλο μαζί της, κανέναν δεν θ’ άφηνε… Το παιχνίδι άλλαζε όρους, έμπαιναν οι δικοί της όροι τώρα…
Η διάθεσή της άλλαξε, τώρα ένοιωθε ότι ήξερε τι πρέπει να κάνει… Μια αίσθηση αποφασιστικότητας τη γέμισε… «Μετά από πολύ καιρό ήρθε η ώρα μου πάλι, να ορίσω εγώ τις εξελίξεις, κανένας άλλος!!!» σκέφτηκε
(ποιες εξελίξεις;;; Τι να ορίσεις;;; Εσύ ούτε το σπίτι σου δεν μπορείς να ορίσεις!!! Άντε σύνελθε γιατί χειρότερα χάλια θα τα κάνεις!!!)
«Σκάσε» σκέφτηκε αλλά αυτή τη φορά όχι με απελπισία όπως τις άλλες φορές… H φωνή της είχε ένα τόνο επιτακτικό που δε σήκωνε αντιρρήσεις… Η φωνή μέσα της κάτι πήγε να πει αλλά την έπνιξε, δεν την άφησε να μιλήσει… Έπλυνε το πρόσωπό της με κρύο νερό κι έβρεξε τα μαλλιά της για συνέλθει… Βγήκε από το μπάνιο, έχυσε το υπόλοιπο ούζο κι έφτιαξε ένα καφέ… Είχε πιεί αρκετά αλλά το κεφάλι της ήταν καθαρό… Πήρε τον καφέ και τα τσιγάρα της και βγήκε στο μπαλκόνι για να ηρεμήσει… Ο ήλιος της χάιδεψε το κορμί και για πρώτη φορά μετά από καιρό ένοιωσε τόσο ήρεμη… Έκλεισε τα μάτια κι άφησε το μυαλό της να δουλέψει…
(ήρεμα καλή μου… Χωρίς βιασύνες, υστερίες, εξάρσεις… Αποφασιστικά σ’ αυτό που νομίζεις ότι είναι καλύτερο για όλους σας!!!)
«Άσε με κι εσύ σε παρακαλώ… Μόνη μου θα το κάνω…» είπε πιο ήρεμα αυτή τη φορά. Άρχισε να σκέφτεται τις επόμενες κινήσεις της… Ήξερε τι ήθελε, έμενε να το κάνει πραγματικότητα πια… «Άσχημο πράγμα να κρύβεις τα προβλήματα κάτω από το χαλί, έχουν την άσχημη συνήθεια να μένουν εκεί και να μεγαλώνουν…» φιλοσόφησε μ’ ένα ειρωνικό χαμόγελο στα χείλια της… «Ποτέ ξανά το ίδιο λάθος»… «Ποτέ!!!»
«Ώρα να κάνω τις πρώτες κινήσεις μου»… Πήρε το δεύτερο κινητό της και σημείωσε όλες τις επαφές που ήθελε να κρατήσει… Έγραψε ένα μήνυμα το οποίο το έστειλε σχεδόν σε όλες τις επαφές γνωστοποιώντας ότι θα απενεργοποιούσε μόνιμα τον αριθμό… Το έστειλε κι έκλεισε το κινητό. Έβγαλε την κάρτα SIM και την έσπασε σε κομμάτια πετώντας την στα σκουπίδια μαζί με το κινητό. Σειρά είχε ο υπολογιστής… Τον άνοιξε και συνδέθηκε στο internet… Μπήκε σε όσους λογαριασμούς διατηρούσε σε site κοινωνικής δικτύωσης και τους διέγραψε όλους… Κάθε φορά που επιβεβαίωνε τη διαγραφή ένιωθε ένα βάρος να φεύγει από πάνω της… Έμενε το blog της και το MSN… Εδώ δεν ήθελε να τα διαγράψει όλα… Το blog της το είχε σαν ένα είδος ημερολόγιου κι έπαιζε μεγάλο ρόλο στη ζωή της, απλά έπρεπε ν’ αλλάξει κάποια πράγματα…
Σειρά είχε τώρα το MSN, κοντά 200 επαφές, παραήταν πολλές… Έσβησε τη συντριπτική πλειοψηφία κρατώντας μόνο αυτές των πραγματικών της φίλων… Κράτησε το blog της τελευταίο, παιδεύτηκε λίγο με τις ρυθμίσεις και τελικά το έφτασε στο σημείο που ήθελε… Τελείωσε κι αυτό… Μια απόφαση ήταν και σε λίγη ώρα είχε αφήσει ένα ολόκληρο κομμάτι το παρελθόντος της πίσω… Άνοιγε ένα καινούργιο κεφάλαιο…
Ξαφνικά ένιωσε να κρυώνει, χωρίς κάποιο προφανή λόγο… Ένα άσχημο προαίσθημα την κυρίεψε… Ο ήχος του κινητού της την έκανε να πεταχτεί ξαφνιασμένη… Ακουγότανε θυμωμένο… Το σήκωσε ξέροντας ποιος είναι, οι φωνές του ακουγότανε σαν να ερχότανε από την κόλαση, ήταν έξαλλος… Του ζήτησε να πάρει το παιδί και να το πάει στη γιαγιά του, να ηρεμήσει και να έρθει να μιλήσουν… Αυτό δεν τον ηρέμησε καθόλου, το αντίθετο μάλιστα… Αδιαφορώντας για τις συνέπειες του έκλεισε το τηλέφωνο… Η αράχνη αναθάρρησε κι άρχισε να επιθεωρεί το κουκούλι της για να διορθώσει τις ζημιές… Το κακό μάζεψε τις δυνάμεις του έτοιμο να εξαπολύσει την τελειωτική του επίθεση… Ήταν έτοιμη όμως αυτή τη φορά, άλλωστε ήξερε ότι δεν θα ήταν καθόλου εύκολο…
Μπροστά στο παράθυρο άναψε τσιγάρο. Μετά από πολύ καιρό ένιωσε την ανάγκη να μείνει μόνη με τον εαυτό της. Τη φοβίζει η μοναξιά. Ωστόσο είναι το μόνο της καταφύγιο όταν θέλει να ξεφύγει από όλους κι από όλα. Να κλείνει κινητά, μάτια, αυτιά και να μην υπάρχει τίποτα και κανένας γύρω της. Τις νύχτες πάντα της άρεσε να βγαίνει στο μπαλκόνι και να κοιτάζει το φεγγάρι. Μισεί τον εαυτό της όταν γίνεται ρομαντική. Μισεί τον εαυτό της όταν επιτρέπει σε ανθρώπους και καταστάσεις να σπάνε τα σκληρά τείχη που προσπαθεί να χτίσει γύρω της για μην πληγώνεται. Μισεί τον εαυτό της όταν νιώθει νικημένη από τις αδυναμίες της. Ένα παράπονο που έχει από τον εαυτό της είναι ότι ποτέ δεν ενέργησε με τη λογική. Πάντα το αναθεματισμένο το συναίσθημα έμπαινε πάνω από τη λογική. Και τι κατάλαβε; Πλήγωσε. Και πληγώθηκε στο πολλαπλάσιο. Έχει μάθει να είναι σκληρή πια. Έχει τα πάντα. Κι όμως νιώθει ένα κενό. Νιώθει πως κάτι της λείπει. Κι είναι φριχτό αυτό το συναίσθημα. Είναι φριχτό να νιώθεις μισός άνθρωπος. Όχι, δεν θέλει να σκέφτεται τίποτα πια. Όχι, δεν θέλει να θυμάται τίποτα πια. Δεν θέλει να ελπίζει, να ονειρεύεται, να πιστεύει, να ακούει υποσχέσεις. Έχει κουραστεί. Απόψε νιώθει μετά από 1 χρόνο. Απέραντο κενό..
Θάνατος είναι η μοναξιά των ανθρώπων που αγαπήθηκαν,
η καταχνιά που τους τυλίγει και που καμιά τρυφερή λέξη δεν μπορεί
να τη διαπεράσει.
Θάνατος είναι ο πόνος και η απόγνωση μέσα στις ίδιες εκείνες λέξεις
που ήταν η μέθη της ευτυχίας.
Θάνατος είναι τα δάκρυα που αναβλύζουν στο άκουσμα μιας λέξης
που σήμαινε αγάπη.
Στη μούσα μου
